Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Φόρτωση...

Τρίτη, 15 Μαρτίου 2011

Μονή Βλατάδων

Στο βορειοανατολικό άκρο των βυζαντινών κάστρων της μακεδονικής πρωτεύουσας, στην λεγόμενη «παλιά πόλη» της Θεσσαλονίκης και δεξιά της μεσαίας πύλης της ακροπόλεως (την επονομαζόμενη και «πορτάρα»), βρίσκεται η ιστορική και γεραρά, Ιερά Βασιλική, Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Βλατάδων. Χτισμένη πάνω σε βραχώδες και κατηφορικό έδαφος, η Ιερά Μονή είναι ορατή από όλη τη Θεσσαλονίκη.
Η ιστορία της Μονής
Στο μέρος όπου βρίσκεται σήμερα η Μονή, στους βυζαντινούς χρόνους υπήρχαν λατομεία, για το λόγο αυτό και η γειτονική Μονή του Οσίου Δαβίδ ονομάζεται και «Λατόμου». Πιθανών να υπήρχε στο χώρο παλαιότερος πρωτοχριστιανικός ναός. Σύμφωνα με την παράδοση στο χώρο της Μονής, κήρυξε ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, πρός τους Θεσσαλονικείς το 51 μ.Χ. Κτήτορες της Ιεράς Μονής είναι οι αδελφοί Δωρόθεος και Μάρκος Βλατής, μαθητές και φίλοι του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Την ακριβή ημερομηνία ιδρύσεως της Μονής δεν την γνωρίζουμε, αλλά σύμφωνα με ιστορικές αναφορές πρέπει να ιδρύθηκε περί το 1351. Με χορηγία της Άννας Παλαιολογίνας και βασιλικό χρυσόβουλλο, ανακηρύχθηκε ως Βασιλική και με σιγίλλιο του Οικουμενικού Πατριάρχη Νείλου, ανακηρύχθηκε ως Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή. Με την πρώτη κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Τούρκους το 1387, το Καθολικό μετατράπηκε σε τζαμί ενώ με τη δεύτερη κατάληψή της 1430 το μοναστήρι αφέθηκε να λειτουργήσι κανονικά ώς μοναστικό καθίδρυμα καθόλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Στα τέλη του 16ου αιώνος και μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνος η μονή προσπάθησε να συντηρηθεί και να συνεχίσει την πορεία της, παρά τις πολλές και δύσκολες συνθήκες των εποχών.
Στα μέσα του 19ου αιώνα το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντικατέστησε τις λαϊκές επιτροπές διοίκησης των πατριαρχικών, σταυροπηγιακών Μονών και επανέφερε το θεσμό της ηγουμενίας. Μετά τις λεηλασίες που υπέστη η Μονή το 1387 και το 1821, στο σκευοφυλάκιου – μουσείο της, υπάρχουν αποθησαυρισμένα τα ιερά λείψανα  Αγίων. Σε ξεχωριστές θήκες φυλάσσονται τρία τεμάχια του Αγίου Ποτηρίου του Μυστικού Δείπνου του Κυρίου.
ΚΤΙΡΙΑΚΟ  ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ
Το Καθολικό της Μονής είναι ρυθμού σταυροειδούς μετά τρούλλου και είναι το μόνο κτίσμα που υπάρχει από την εποχή της ιδρύσεως της. Ο Ναός υπέστη πολλές και σοβαρές αλλιοιώσεις κατά την πάροδο των αιώνων. Η μεγαλύτερη έγινε όταν μετατράπηκε σε τζαμί από τους Τούρκους κατακτητές της Θεσσαλονίκης, το 1387. Η τελευταία ανακαίνισή του έγινε το 1982, μετά το καταστρεπτικό σεισμό της συμπρωτεύουσας, του 1978. Οι τοιχογραφίες του καθολικού είναι των τελών του 14ου και των αρχών του 15ου αιώνος, αλλά οι περισσότερες δεν σώζονται σε καλή κατάσταση, διότι έχουν καταστραφεί από τα σφυροκοπήματα για να κολλήση το επίχρισμα των Τούρκων, που ήθελαν να εξαφανίσουν από τους τοίχους τις μορφές των Αγίων μας. Στο πίσω μέρος του Καθολικού, βρίσκεται ο τάφος του παλαιού Σχολάρχη της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Ηγούμενος της Ιεράς Μονής από το 1985 μέχρι σήμερα, είναι ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Τυρολόης και Σερεντίου κ. Παντελεήμων Ροδόπουλος.
Άρτεμις Σακελλαρίου

Δευτέρα, 14 Μαρτίου 2011

Πριγκηπόνησα


Τα Πριγκηπόνησα είναι ένα σύμπλεγμα νησιών στη Θάλασσα του Μαρμαρά, νότια της Κωνσταντινούπολης, στο στόμιο του κόλπου της Νικομηδείας  . Αποτελείται από 4 μεγάλα νησιά (Πρώτη, Αντιγόνη, Χάλκη, Πρίγκηπος) και 5 μικρότερα (Πίτα, Νέανδρος, Οξειά, Πλάτη, Αντιρόβυθος). Τα Πριγκιπόνησα αποτελούσαν για πολλούς κιβωτούς της Ορθοδοξίας και εστίες βυζαντινού Ελληνισμού. Δεν είναι τυχαίο που ο πολυμαθής διδάσκαλος του Γένους Ευστάθιος ο Κλεόβουλος είχε προτείνει ν’ αναγερθεί το κτίριο της Μεγάλης του Γένους Σχολής στη Χάλκη. 
Σπαρμένα στο στόμιο του Αστακηνού κόλπου, είχαν εποικηθεί τον 7ο αιώνα από Μεγαρείς ποντοπόρους και από τότε είναι γνωστά με το όνομα «τα Νησιά». Για τους Τούρκους ήταν τα Ερυθρονήσια- Κιζίλ Ανταλάρ- από το χρώμα που έχουν τα βράχια στις ακτές. Τα αποκαλούσαν επίσης Παπαδονήσια, από τα πολλά μοναστήρια. Kαι Seytan adalari, δηλαδή νησιά του Διαβόλου. Πριγκηπόνησα τα ονόμασαν οι Βυζαντινοί, από το παλάτι που έχτισε, το 569 μ.Χ., ο Ιουστίνος ο Β΄ ο Κουροπαλάτης στην Πρίγκηπο και γενικά γιατί ήταν όλα τα νησιά τόπος αναψυχής η φυλάκισης των πριγκήπων.
         ΧΑΛΚΗ
Η Χάλκη (Heybeli ada),ήταν  πνευματικό κέντρο ανάλογο με το Φανάρι. Είναι το δεύτερο μεγαλύτερο νησί με έκταση 2,3 τετρ. χλμ. στη βορειοανατολική άκρη της Προποντίδας θάλασσας και στο στόμιο του Αστακηνού κόλπου. Παλιά την ονόμασαν και «Πλωτό πανεπιστήμιο» με τη Θεολογική Σχολή (Elen Ticaret Okulu), τη Σχολή των Ελλήνων Εμπόρων (Elen Ticaret Okulu), το σπουδαιότερο μορφωτικό κέντρο του τουρκικού χώρου από το 1831, την Κοινοτική των Χαλκινών Ελληνική Σχολή και τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων των Τούρκων (Deniz Harp Okulu), όπου σπουδάζουν οι εκκολαπτόμενοι θεματοφύλακες του Κεμαλισμού. Στα τουρκικά το νησί ονομάζεται Δισσάκι, από το σχήμα του, αλλά στα αρχαία χρόνια ονομαζόταν Νησί του Χαλκού, γιατί υπήρχαν ορυχεία. Αξίζει να τονισθεί ότι στα «Εκπαιδευτήρια της Ελληνικής Κοινότητος Χάλκης» λειτουργούσε νηπιοπαρθεναγωγείο και οκτατάξια Σχολή των Νησιωτών, όπου παράλληλα με τα ελληνικά διδάσκονταν τα εμπορικά και ως ξένες γλώσσες τα γαλλικά, αγγλικά, λατινικά και τα τουρκικά. Με τη στροφή που κάνει το πλοίο για να φτάσει στη Χάλκη αντικρίζεις την περίφημη Θεολογική Σχολή μέσα στα πεύκα με την τουρκική σημαία να κυματίζει στη σκεπή της, στην κορυφή του Λόφου της Ελπίδας. Η λειτουργία της άρχισε τον Οκτώβριο του 1844 και διακόπηκε αιφνιδιαστικά το 1971. Σήμερα στην τάξη των αποφοίτων έχει εννέα ξύλινα θρανία, όσοι και οι τελευταίοι μαθητές. Τα άδεια θρανία της Σχολής αποτελούν άσβηστη μομφή εναντίον εκείνων που δεν σεβάστηκαν το πνεύμα της. Στα 127 χρόνια λειτουργίας της αποφοίτησαν 930 κληρικοί. Από αυτούς οι 343 έγιναν επίσκοποι και οι 12 από αυτούς οικουμενικοί πατριάρχες, 2 πατριάρχες Αλεξανδρείας, 2 Αντιοχείας, 4 αρχιεπίσκοποι Αθηνών και 1 αρχιεπίσκοπος Τιράνων. Ως πρεσβύτεροι και διάκονοι υπηρέτησαν στην Εκκλησία 318. Είχε ιδρυθεί από τον Πατριάρχη Γερμανό τον Δ΄. Στην αυλή της Σχολής είναι κτισμένος ο μικρός ναός της Αγίας Τριάδας.
                    ΠΡΙΓΚΗΠΟΣ
          Η Πρίγκηπος (Buyukada -Μεγάλο Νησί) έχει    έκταση 5,4 τετρ. χλμ. Είναι το μεγαλύτερο και το πιο πυκνοκατοικημένο από τα Πριγκηπονήσια αλλά και το πλέον εγκαταλειμμένο στις γειτονιές που ζούσαν οι Έλληνες. Στα μέσα του 6ου αιώνα το νησί υπήρξε ιδιοκτησία του αυτοκράτορα Ιουστίνου Β΄Κουροπαλάτη, ο οποίος το 569 έκτισε ανάκτορο και μονή κοντά στο λιμάνι, σύμφωνα με τους βυζαντινούς ιστορικούς Γ.Κεδρηνό,  Λέων Γραμματικό και Θεοφάνη. Το παλάτι αυτό του Ιουστίνου υπήρξε η αιτία να αποκληθεί το νησί: «Νήσος του Πρίγκηπος», ονομασία που διατήρησε μέχρι σήμερα. Κατά πάσα πιθανότητα το ανάκτορο του Ιουστίνου βρισκόταν στα πέριξ του σημερινού μητροπολιτικού ναού του Αγίου Δημητρίου, όπως προκύπτει από ανασκαφικά ευρήματα. Οι δυο λόφοι του νησιού φιλοξενούν από ένα μοναστήρι. Στα βόρεια, στο λόφο Isa tepe είναι το Μοναστήρι του Χριστού (1597). Κι απέναντι, νότια, στο Yuce Tepe, ανάμεσα σε βράχους, το παλιό Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά. Σε όλη τη βυζαντινή περίοδο η Πρίγκηπος υπήρξε εύκολη λεία για τους κατά καιρούς επιδρομείς που πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη. Στη μακροχρόνια βυζαντινή εποχή πολλές γνωστές προσωπικότητες έζησαν ως εξόριστοι στην Πρίγκηπο. Στα χρόνια του Μέγα Κωνσταντίνου εξορίστηκε στην Πρίγκηπο ο αρχιεπίσκοπος της Μεγάλης Αρμενίας, Ναρσής Α΄. Στα χρόνια του Ιουστινιανού περιορίστηκε προσωρινά στο νησί ο έκπτωτος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ευτύχιος. Στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Ηρακλείου εξορίστηκε στην Πρίγκηπο ο συνωμότης Αταλάριχος, νόθος γιος του αυτοκράτορα. Στα χρόνια της εικονομαχίας εξορίστηκε στη γυναικεία μονή του νησιού η αυτοκράτειρα Ειρήνη η Αθηναία. Επίσης, ο Λέων Ε΄Αρμένιος εξόρισε εδώ τον υπέρμαχο των εικόνων Θεόδωρο Στουδίτη με μαθητές και συγγενείς του. Μια σπηλιά στους βράχους της ακτής, κάτω από ένα παρεκκλήσι των Αγίων Θεοδώρων, υποδεικνυόταν ως ο τόπος φυλάκισης του Θεοδώρου. Στη γυναικεία μονή της Πριγκήπου έζησε έγκλειστη η πριγκίπισσα Ευφροσύνη, θυγατέρα του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Στ΄, από το 797 που ήταν μόλις επτά ετών μέχρι την ενηλικίωσή της και ξανά από το 842 ως το τέλος της ζωής της. Εξόριστες έζησαν επίσης εδώ οι αυτοκράτειρες Ζωή Πορφυρογέννητη κόρη του Κωνσταντίνου Η΄, το 1042 και η Άννα Δαλασσινή το 1072.
Κατά τη χριστιανική εποχή
Ο Σουλτάνος παραχώρησε την επικαρπία των Πριγκηπονήσων στον Καπουδάν Πασά, τον αρχιναύαρχο του οθωμανικού στόλου. Αυτός έκτισε έναν πύργο, του οποίου τα ερείπια σώζονταν κοντά στον Άγιο Νικόλαο ως το 1980. Τον 16ο αιώνα ο Γάλλος περιηγητής Pierre Gylli αναφέρει ότι εκτός από τις αρχαίες Καρυές, είχε αρχίσει να αναπτύσσεται στα βορειοανατολικά του νησιού ένας νέος οικισμός, η σημερινή «Χώρα». Το 1545 σε οθωμανικό έγγραφο σημειώνονται στην Πρίγκηπο τρεις οικισμοί:
                                    ΝΕΟΤΕΡΗ ΕΠΟΧΗ
Στα μέσα του 19ου αιώνα μια πυρκαγιά κατέκαυσε τις παλιές γειτονιές της Χώρας, που βρίσκονταν γύρω από τον πλάτανο. Στη συνέχεια η πόλη ανοικοδομείται και σταδιακά αποκτά πιο αρχοντική όψη. Μετά την περίοδο της ανακωχής (1918-22) η Πρίγκηπος δέχεται εκατοντάδες πρόσφυγες και ορφανά, που φιλοξενήθηκαν στο Ορφανοτροφείο της μονής του Χριστού. Την επιστροφή των Τούρκων το 1923, ακολουθεί η σταδιακή αποχώρηση πολλών Ελλήνων και η υποχρεωτική απαλλοτρίωση από το τουρκικό κράτος των ιδιοκτησιών τους που θεωρήθηκαν εγκαταλελειμμένες. Τότε εγκαθίστανται οι πρώτοι Τούρκοι μόνιμοι κάτοικοι στο νησί.
1.    Kariye-i Rumiyan: η κυρίως Χώρα.
2 .  Kariye-i Kariye: οι παλιές Καρυές, στις οποίες κατοικούσαν 49 μόνο κάτοικοι.
3.  Kariye-i Serifiyan: άγνωστος σήμερα μικρός οικισμός που βρισκόταν    μάλλον στην εύφορη κοιλάδα του Νιζαμιού.

Άρτεμις Σακελλαρίου

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Τοπ Καπί

Αρχικά ονομαζόταν Γενί Σαράι, δηλαδή νέο παλάτι. Θεμελιώθηκε από τον Μωάμεθ τον Πορθητή. Το πρώτο του τμήμα χτίστηκε μεταξύ του 1472 και του 1478 και εκεί έζησε ο Μωάμεθ μέχρι το θάνατό του το 1481. Το Τοπ Καπί δέσποζε πάνω στον πρώτο λόφο της Κωνσταντινούπολης εξασφαλίζοντας την εποπτεία της κίνησης του Βοσπόρου, της Χρυσούπολης και της Προποντίδας και υπήρξε για πάνω από τέσσερεις αιώνες η κατοικία των Σουλτάνων. Χτισμένο ακριβώς πίσω από την Αγιά Σοφία, το ανάκτορο του Τοπ Καπί ήταν η καρδιά της αυτοκρατορίας, μέχρι το 19 αι όταν οι Σουλτάνοι μετακόμισαν στο νέο ανάκτορο του Ντολμάμπαχτσε. Μέσα στο παλάτι λειτουργούσε σχολή η οποία εκπαίδευε τους στρατιώτες και τους δημοσίους υπαλλήλους. Tο κτιριακό συγκρότημα του Τοπ Καπί είναι κτισμένο γύρω από τέσσερεις αυλές γύρω από τις οποίες κτίστηκαν μια σειρά από περίπτερα που φιλοξενούσαν κυβερνητικές υπηρεσίες. Στο Παλάτι μπαίνουμε από την Πύλη Μπαμπ Ι Χουμαγιούν την Αυτοκτατορική Πύλη η οποία βρίσκεται απέναντι από την όμορφη ροκοκό κρήνη που κατασκεύασε ο Αχμέτ Γ΄. Η Πύλη αυτή κατασκευάστηκε το 1478 επί ημερών του Μωάμεθ του Πορθητή. Δεξιά και αριστερά της Πύλης σε δύο εσοχές οι σουλτάνοι συνήθιζαν να κρεμούν τα κεφάλια των εκτελεσθέντων αντιπάλων τους για να φοβηθούν οι επίδοξοι διεκδικητές του θρόνου τους. Μάλλον υπήρξε αποτελεσματική τακτική μια και δεν υπήρξε αλλαγή της δυναστείας στη μακραίωνη πορεία της αυτοκρατορίας. Μπαίνοντας το πρώτο κτίσμα που συναντούμε είναι η εκκλησία της Αγίας Ειρήνης. Απέναντι από την Αγία Ειρήνη, βρίσκεται το Αυτοκρατορικό Νομισματοκοπείο ο οποίος σήμερα είναι εκθεσιακός χώρος. Αν δεν κατευθυνθείτε αμέσως στο Τοπ Καπί αλλά στρίψετε αριστερά και ξανά αριστερά θα οδηγηθείτε σε ένα σύμπλεγμα κτιρίων τα οποία απαρτίζουν το Αρχαιολογικό Μουσείο. Περνάμε από την πρώτη αυλή στην οποία βρισκόμαστε στη δεύτερη μέσω της Πύλης των Χαιρετισμών. Αριστερά και δεξιά βρίσκονται δύο οκτάγωνοι πύργοι όπου φυλακιζόντουσαν οι μελλοθάνατοι. Η Πύλη κατασκεύαστηκε με εντολή του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. Από εδώ μόνο ο Σουλτάνος και η μητέρα του η Βαλιντέ Σουλτάν μπορούσαν να βγουν έφιπποι. Στα δεξιά της πύλης, δίπλα στα εκδοτήρια βρίσκεται ένα συντριβάνι. Εκεί ξέπλεναν οι δήμιοι τα τσεκούρια τους μετά τον αποκεφαλισμό. (Τα κεφαλάκια τα στέλναν στην πρώτη πύλη κατά πως είπαμε). Στην δεύτερη αυλή θα δούμε τα κτίρια των μαγειρίων. Έχουν δυό σειρές από 10 καμινάδες. Το κτίριο αυτό κατασκεύαστηκε επί Μωάμεθ Β’ ανακατασκεύαστηκε τον 16 αι από τον αρχιτέκτονα Σινάν. Υπήρξε μάλιστα το πρώτο έργο της πολύχρονης καριέρας του. Εκεί μαγειρευόταν το φαγητό για τις χιλιάδες κόσμο που διέμεναν στο παλάτι. Σήμερα στεγάζει μια εξαιρετική συλλογή κινεζικής πορσελάνης η οποία είναι η δεύτερη καλύτερη παγκοσμίως μετά από εκείνη που υπάρχει στην Κίνα. Δυστυχώς ο φωτισμός είναι πολύ κακός. Θα δειτε ακόμη και ιαπωνικές πορσελάνες διακοσμημένες με στίχους από το Κοράνι. Η συλλογή περιλαμβάνει ασημικά και γυαλικά. Απέναντι από τις κουζίνες βρίσκεται η αίθουσα Συνεδριάσεων του Αυτοκρατορικού Συμβουλίου, το περίφημο Ντιβάνι. Το μικρό παράθυρο που φαίνεται πάνω από τη θέση του Μεγάλου Βεζύρη επέτρεπε στο σουλτάνο να παρακολουθήσει τις συνεδριάσεις ή μάλλον να τις κρυφακούει μια και οι συνεδριάζοντες δεν μπορούσαν να ξέρουν πότε ήταν παρών και πότε όχι, οπότε πρόσεχαν γενικώς τα λόγια τους. 
Το διπλανό κτίριο ήταν τα παλιά χρόνια το Εσωτερικό Θησαυροφυλάκιο, όπου φυλασσόταν τα χρήματα τα οποία προερχόντουσαν από όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας. Σήμερα φιλοξενεί μια πλούσια συλλογή όπλων. 
Πλάι από το Ντιβάνι, κάτω από τον Πύργο της Δικαιοσύνης είναι η είσοδος για το Χαρέμι. Το πιο ενδιαφέρον σημείο του παλατιού.
Η λέξη χαρέμι προέρχεται από τα αραβικά και σημαίνει «απαγορευμένο». Ήταν η οικία της μητέρας του σουλτάνου, της Βαλιντέ Σουλτάν, η οποία είχε το ανώτατο πρόσταγμα, των τεσσάρων συζύγων του (καντίν), των παλλακίδων, και των παιδιών του. Κανείς δεν είχε δικαίωμα να εισέρχεται εκτός από τον ίδιο το σουλτάνο και τους γιούς του. Στην οθωμανική αυτοκρατορία δεν ίσχυε η διαδοχή του πρωτότοκου γιου με συνέπεια ο οποιοσδήποτε γιός να μπορεί να γίνει σουλτάνος. Επιπλέον για να αποφευχθούν οι τυχόν εμφύλιες έριδες ο ανακηρυχθείς σουλτάνος είχε την υποχρέωση, βάσει νόμου, να δολοφονήσει τα αδέλφια του. Καθώς καταλαβαίνετε η μάχη ήταν λυσαλέα. Οι μανούλες μέσα στο χαρέμι τα έδιναν όλα: αν κέρδιζε ο δικός τους γιός θα γινόντουσαν δεύτερες στην ιεραρχία του κράτους με τεράστιες εκτάσεις στην προσωπική τους περιουσία και είχαν και το δικαίωμα να διατάζουν μέχρι και τον Μεγάλο Βεζύρη. Αν έχαναν όμως, έχαναν και το γιό τους. Οι δολοπλοκίες του χαρεμιού λοιπόν ήταν ατελείωτες. Κάποτε όμως, με την πολύ δολοφονία αδελφών, έφτασε μια στιγμή που ο σουλτάνος πέθανε νέος από ασθένεια πριν προλάβει να τεκνοποιήσει. Έτσι λοιπόν αποφασίστηκε να σταματήσουν οι δολοφονίες των αδερφών. Ανταυτού τους έβαζαν στο «χρυσό κλουβί», δηλαδή σε κάποια χρυσοποίκιλτα διαμερίσματα του χαρεμιού, με δικό τους προσωπικό χαρέμι, αλλά με στειρωμένες οδαλίσκες και τους απαγορευόταν επί ποινή θανάτου να εγκαταλείψουν τα διαμερίσματά τους.Το χαρέμι είναι ένας σωστός λαβύρινθος από διαδρόμους και αίθουσες.
Συνεχίζοντας την περιήγηση στο σύμπλεγμα του Τοπ Καπί, καλό είναι να αναφέρουμε και την Τρίτη Πύλη των Ανακτόρων ή Πύλη της Ευτυχίας. Εκεί θα συναντήσουμε την λεγόμενη αίθουσα των αιτήσεων, όπου τα μέλη του ανωτάτου συμβουλίου εξέφραζαν τα αιτήματά τους προς τον Σουλτάνο. Πίσω από αυτήν την αίθουσα βρίσκεται ένα θαυμάσιο μαρμάρινο οίκημα διακοσμημένο με περίτεχνα καλλιγραφικά σχέδια. Πρόκειται για τη βιβλιοθήκη του Αχμέτ Γ’ η οποία κατασκευάστηκε το 1719 και περιέχει πάνω από 4000 χειρόγραφα. Αριστερά βρίσκεται ο οίκος των λευκών ευνούχων, όπου τώρα εκτίθεται η συλλογή παλαιών ρολογιών οθωμανικών και ευρωπαϊκών. Πλάι στην έκθεση στα αριστερά σας βρίσκεται το Περίπτερο του Ιερού Μανδύα, ο ιερότερος χώρος του παλατιού. Η Τρίτη αυλή, δεν ήταν απλά απαγορευμένη στους πολλούς, ο χώρος αυτός ήταν για τους λίγους των λίγων: Ακόμα και για τους σουλτάνους η αίθουσα αυτή άνοιγε μόνο τη 15η ημέρα του ραμαζανιού για να τιμηθεί η μνήμη του Προφήτη.
Ο ιερότερος θησαυρός είναι στο Περίπτερο είναι ο μανδύας του Προφήτη Μωάμεθ. Στην αίθουσα όπου φυλάσσεται μέσα σε χρυσό κιβώτιο, απαγορεύεται η είσοδος στον επισκέπτη, ο οποίος πάντως μπορεί να τον δει κοιτώντας μέσα από ένα τζάμι.
Το πιο εντυπωσιακό τμήμα του παλατιού είναι το Θησαυροφυλάκιο (Hazine). Εδώ βρίσκονται συγκεντρωμένοι όλοι οι θησαυροί των σουλτάνων: Χλιδή απίστευτη. Τι θρόνοι χρυσοί, τι στιλέτα αδαμαντοκόλλητα, τι πανοπλίες με πολύτιμους λίθους, δε λέγεται. Θα δείτε ένα διαμάντι 86 καρατίων, το 5ο σε μέγεθος παγκοσμίως, το λεγόμενο διαμάντι του κουταλά, επειδή λέγεται ότι βρέθηκε στα σκουπίδια και αγοράστηκε από ένα παλιατζή έναντι τριών κουταλιών. Πάντως πολλά γυναικεία κοσμήματα δε θα δείτε, γιατί σε αντίθεση με τους θησαυρούς των σουλτάνων και των βεζύρηδων οι οποίοι αποτελούσαν κρατική περιουσία και επέστρεφαν στο παλάτι μετά το θάνατό τους, τα κοσμήματα των γυναικών ήταν προσωπική τους περιουσία.
Πλάι στο Θησαυροφυλάκιο είναι τα υπνωτήρια των Ιπποκόμων εκστρατείας (Seferli Kogusu). Σήμερα εδώ εκτίθεται πλούσια συλλογή αυτοκρατορικών ενδυμάτων τα οποία διασώθηκαν δια μέσου των αιώνων χάρη στην πρακτική της φύλαξής τους σε σφραγισμένα μπαούλα. Μεταξύ των εκθεμάτων περιλαμβάνεται και το καφτάνι του Μωάμεθ του Πορθητή. 
Η τέταρτη αυλή περιλαμβάνει πολλούς μικρούς κήπους με τουλίπες, συντριβάνια περίπτερα και μια μαγευτική θέα στη συμβολή Κερατίου με Βόσπορο. 

Λένια Αργυράκη- Δήμητρα Κουκουρίγκου- Τσόκου

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

O Θωμάς Κοροβίνης στο σχολείο μας

Σήμερα ο Θωμάς Κοροβίνης μας επισκέφτηκε και μας "ταξίδεψε"  με τις αφηγήσεις του και το τραγούδι του στην Κωνσταντινούπολη του χτες και του σήμερα.

Ευχαριστούμε πολύ, Θωμά!

Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

Η γέφυρα του Γαλατά.


Η ιστορική γέφυρα ένωνε τη μεσαιωνική Κωνσταντινούπολη με τη νεότερη συνοικία του Γαλατά, αλλά ακόμη και σήμερα αποτελεί το σύμβολο ένωσης δύο διαφορετικών διαστάσεων και φυσιογνωμιών της μεγαλούπολης του Βοσπόρου.

«Η γέφυρα διασκελίζει έναν στενό κόλπο [...] που χωρίζει τις δύο παλιότερες γειτονιές και ταυτόχρονα και τα δύο πνεύματα μέσα σε τούτη την πόλη: η νότια πλευρά είναι συντηρητική και στραμμένη προς ανατολάς, η βόρεια πλευρά, με τις αιωνόβιες πρεσβείες της και τα παλάτια των εμπόρων, είναι διαποτισμένη από τη νοοτροπία της Δύσης και την ελαφρότητα της σύγχρονης ζωής.

Ένας δημοφιλής χρονογράφος της πόλης [...] συνέκρινε κάποτε τις μάζες των σπιτιών των δύο τμημάτων τη πόλης με τα ‘απλωμένα φτερά ενός μικρού πουλιού με ισχνό κορμί’. Αυτή η εικόνα συνεχίζει να είναι σωστή. Η γέφυρα είναι αυτό το μικρό κορμί ανάμεσα σ’ εκείνα τα δύο τεράστια φτερά.
                                                                                                   Η γέφυρα του Γαλατά, Χέιρτ Μακ